τριπόδιον
τρῐπόδ-ιον, τό,
- Dim. of τρίπους, Antiph. 249, Men. 250, CIG 3071 (Teos), PTeb. 793 vi 8 (ii B. C.), Phld. Acad. Ind. p.44 M.; τ. Δελφικόν Inscr.Délos 442 B 39 (ii B. C.):—so τρῐποδίσκος, ὁ, IG 1(2).658,22.47.7, 7.303.65 (Oropus), etc.; and τριποδίσκιον, τό, Suid. s.v. ἀνθράκιον.
- II = λωτὸς ἥμερος, Ps.-Dsc. 4.110.
τριπόδιον, ου (τὸ) [ῐπ]
1 dim. de τρίπους, Antiph. (Ath. 71e); Mén. (Poll. 10, 80) ||
2 sorte de lotus, Diosc. Noth. 4, 111.
Étym. τρίπους.
τριπόδιον, τό, dim. von τρίπους ; Antiphan. fr. inc. 32 ; Diosc.