About Report a problem

Menu

τριπόλιστος

τριπόλιστος, thrice-repeated

τρῐ-πόλιστος, ον,
  • thrice-told, τριπόλιστον οἶτον, of Oedipus, S. Ant. 858 (lyr.). (From *πολίζω = πολέω; cf. ἀναπολίζω = ἀναπολέω).

Saved

Recent