τριποδίσκιον Save Bailly 2024 Pape τριποδίσκιον, ου (τὸ) dim. de *τριποδίσκος, Alex. (Suid. vo ἀνθράκιον). Étym. cf. le suiv. τριποδίσκιον, τό, dim. von τριποδίσκος, Antiph. bei Suid.