τριχουνιαῖος Save LSJ Bailly 2024 Pape τρῐ-χουνιαῖος, α, ον, = sq., χύτρα Dsc. 2.76.12. τριχουνιαῖος, α, ον [ῐ] c. le suiv. Diosc. 2, 91 dout. τριχουνιαῖος, drei χοῦς enthaltend, Diosc., l.d.