τρίχουλος Save LSJ Bailly 2024 Pape τρίχ-ουλος [ῐ], ον, = οὐλόθριξ, Archil. 196. τρίχουλος, ος, ον [ῐ] c. οὐλότριχος, Archil. 195. Étym. θρίξ, οὖλος. τρίχουλος, = οὐλότριχος, Archil. frg. bei Poll. 2.23.