Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τριχοφθόρος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τριχοκουρία
τριχολάβιον
τριχολαβίς
τριχολοβίς
τριχολογέω
τριχόλωτος
τριχόμαλλος
τριχομανές
τριχομανία
τριχομανίς
τριχομαχία
τριχομάχιον
τρίχοον
τριχοπλάστης
τριχοποιέω
τριχοποιός
τρίχορδος
τριχορία
τριχορροέω
τριχορρυέω
τριχορρυής
τριχός
τριχοτομέω
τριχοτομία
τριχότονος
τριχοτρώκτης
τριχοῦ
τρίχουλος
τριχουνιαῖος
τρίχους
τριχοφθόρος
τριχόφοιτος
τριχοφορέω
τριχοφόρος
τριχοφυέω
τριχοφυής
τριχοφυΐα
τριχόφυλλος
τριχόω
τριχρονέω
τρίχρονος
τρίχροος
τρίχρυσον
τριχρώματος
τρίχρωμος
τρίχρως
τρίχυφος
τριχώδης
τρίχωμα
τριχωμάτιον
Τριχώνιον
τρίχωρος
τριχῶς
τρίχωσις
τριχωτός
τρῖψαι
τριψείδιον
τριψεργία
τριψημερέω
τρῖψις
τρίψορχις
…
τριχοφθόρος
Save
Pape
τριχοφθόρος
,
die Haare verderbend, vernichtend, Schol. Nic. Th
. 98.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}