φαλακροειδής
φαλακροειδής, rather bald
φᾰλακροειδής, ές,
- rather bald, D.C. 76.8.
φαλακρο·ειδής, ής, ές [φᾰ] qui semble chauve, DC. 76, 8.
Étym. φαλακρός, εἶδος.
φαλακροειδής, ές, wie kahlköpfig, einem Kahlkopf ähnlich, DC. 76.8.