φαλαντίας
φαλαντίας, a bald man
φᾰλαντ-ίας, ου, ὁ,
- bald man, Luc. Philops. 18.
φαλαντίας, ου (ὁ) [φᾰ] c. φάλανθος, Luc. Philops. 18.
φαλαντίας, ὁ, = φαλανθίας, v.l. bei Luc., Poll. 2.26.
φαλαντίας
from φάλανθος
- a bald man, Luc.