φαρύγγεθρον
φᾰρύγγεθρον, τό,
- = φάρυγξ, Hp. Anat. 1, Ruf. Onom. 62, Aret. SA 1.7:—φαρύγεθρον Poll. 2.207 (with v.l. -ετρον ib. 99); φαρύγαθρον Hsch.
φαρύγγεθρον, ου (τὸ) [ᾰ] c. φάρυγξ, Hpc. 915h ; Ruf. 2, 99, 207.
φαρύγγεθρον, τό, = φαρύγεθρον, Poll. 2.99, 207.