φθειροκτόνον Save LSJ Bailly 2024 φθειρο-κτόνον, τό, = σταφὶς ἀγρία, Ps.-Dsc. 4.152. φθειρο·κτόνον, ου (τὸ) litt. « ce qui tue les poux », n. de la plante σταφὶς ἀγρία, Diosc.