φθεγματικός
φθεγματικός, vocal
φθεγ-ματικός, ή, όν,
- vocal, μαντεῖον Max.Tyr. 41.1.d.
φθεγματικός, ή, όν [ᾰ] qui parle, M. Tyr. 41, 1.
Étym. φθέγμα.
φθεγματικός, ertönend, μαντεῖον Max.Tyr.