φθειρόβρωτος Save φθειρόβρωτος, lice-eaten LSJ Bailly 2024 φθειρό-βρωτος, ον, lice-eaten, Hsch.Mil. 69. φθειρό·βρωτος, ος, ον, dévoré par les poux, Hsch. mil. 69. Étym. φθείρ, βιβρώσκω.