φιλογυμναστικός
φιλογυμναστικός, of or for a φιλογυμναστής
φῐλογυμναστ-ικός, ή, όν,
- of or for a φιλογυμναστής, Pl. R. 456a; ἕξεις Arist. EE 1222a31.
φιλογυμναστικός, ή, όν [φῐ] c. φιλογυμναστής, Plat. Rsp. 455e ; Arstt. Eud. 2, 5, 5.
φιλογυμναστικός, ή, όν, zum φιλογυμναστής gehörig, ihn betreffend, ihm eigen, geziemend ; Plat. Rep. V.456a ἡ φιλογυμναστική, aber v.l. γυμναστική.
φιλογυμναστικός
φῐλογυμναστικός, ή, όν
- of or for a φιλογυμναστής, Plat.