φιλοδημοτικός
φιλοδημοτικός, inclined to be a friend of the commons
φῐλοδημ-οτικός, ή, όν,
- inclined to be φιλόδημος, dub. l. in D.H. 8.90.
φιλο·δημοτικός, ή, όν [φῐ] partisan du peuple, DH. 8, 90.
Étym. φ. δημότης.
φιλοδημοτικός, ή, όν, = φιλοδημώδης, Dion.Hal. 8.90.