φιλόδουπος
φιλόδουπος, loving noise
φῐλό-δουπος, ον,
- loving noise, noisy, AP 6.297 (Phan.).
φιλό·δουπος, ος, ον [ῐ] qui aime le bruit, Anth. 6, 297.
Étym. φ. δοῦπος.
φιλόδουπος, Getöse liebend, tosend, ἄμη Phani. 4 (VI.297).
φιλόδουπος
φῐλό-δουπος, ον,
- loving noise, Anth.