φιλόδρομος
φιλόδρομος, loving the course
φῐλό-δρομος, ον,
- loving the course, Orph. H. 14.11.
φιλό·δρομος, ος, ον [ῐ] qui aime à courir, Orph. H. 13, 10.
Étym. φ. δρόμος.
φιλόδρομος, das Laufen liebend, Orph. H. 13.10.