φορτικότης
φορτικότης, vulgarity, bad taste
φορτ-ῐκότης, ητος, ἡ,
- vulgarity, bad taste, τῶν ἀκροατῶν Arist. Rh. 1395b1, cf. Eust. 1081.8, 1469.49.
φορτικότης, ητος (ἡ) [ῐ] grossièreté, insolence, Arstt. Rhet. 2, 21, 15.
Étym. φορτικός.
φορτικότης, ητος, ἡ, das Wesen des φορτικός, lästiges, ungebildetes Betragen, Arist. rhet. 2.21 E.