Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φόρτιμος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φορμός
Φόρμος
φορμοσίκων
φορμοφορέω
φορμοφόρος
φορμύνιος
φορογράφος
φοροθετέω
φορολογέω
φορολόγητος
φορολογία
φορολόγος
φόρον
φορός
φόρος
φοροτελής
φοροφορέω
φορταγωγέω
φορταγωγός
φόρταξ
φορτηγέω
φορτηγία
φορτηγικός
φορτηγός
φορτιαφόρος
φορτίζω
φορτικεύομαι
φορτικός
φορτικότης
φορτικῶς
φόρτιμος
φορτίον
φορτίς
φορτισμός
φορτοβαστάκτης
φόρτος
φορτοστόλος
Φορτουνᾶτος
φορτοφορέω
φορτοφόρος
φορτόω
φορύη
φορυκαία
φορυκτός
φορύνω
φόρυς
φορύσσω
φορυτός
φορύω
φορω
Φορωνεῖδαι
φορῶς
φόσσατον
φοτεύει
φοῦ
φουάδδει
Φουβέντιος
φουγίων
φοῦιξ
Φουλβία
φουλβίν
…
φόρτιμος
Save
LSJ
φόρτ-ῐμος, η, ον,
= φορτικός I,
πλοῖον
Sch.
Ar.
Av.
599.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}