φρῖκος
φρῖκος, shivering
φρῖκος, εος, τό,
- = φρίκη, shivering, f.l. in Nic. Th. 778.
φρῖκος, εος-ους (τὸ) [ῑ] c. φρίκη, Nic. Th. 778.
φρῖκος, τό, poet. = φρίκη, Schauder, Nic. Th. 778.