φριξοκόμης
φριξοκόμης, with bristling hair
φριξο-κόμης, ου, ὁ, = foreg. [φριξόθριξ] I, APl. 16.291 (Anyte).
φριξο·κόμης, ου, adj. m. c. le préc. A. Pl. 291.
Étym. φριξός, κόμη.
φριξοκόμης, ὁ, = φριξόθριξ, Pan, Anyte 3 (Plan. 291).
φριξοκόμης
φριξο-κόμης, ου, ὁ,
κόμη
- with bristling hair, Anth.