Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φρικόω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φρήν
φρηταῖος
φρηταρχέω
φρήταρχος
φρήτηρ
φρητία
φρήτραρχος
φρήτρη
φρήτριος
φρήτωρ
Φρίγγος
φρῖγος
φρίζω
φρικάζω
φρικαλέος
φρικασμός
φρίκη
φρικία
φρίκια
φρικίαι
φρικίας
Φρικίας
φρικίασις
φρικιασμός
φρικιάω
Φρίκιον
φρικνός
φρικόομαι
φρικοποιός
φρῖκος
φρικόω
φρικτέον
φρικτοπαλαίμονες
φρικτοπαλαίμων
φρικτός
φρικτῶς
φρικώδης
φρικωδία
φρικωδῶς
φρικώεις
Φρίκων
Φρικωνίς
φριμαγμός
φριμάσσομαι
φριμάττομαι
φριμάω
φρίν
φρίνιον
φρίξ
Φρίξα
φριξαύχην
φριξόθριξ
φριξοκόμης
φριξολόφος
φριξός
φρίξος
Φρίξος
φριξωποβρόνταξ
φριξωποβρονταξαστράπτης
φρίσσω
φρίττω
…
φρικόω
Save
Pape
φρικόω
, [ῑ],
Schauder erregen, schauderhaft machen
. – Pass.
schaudern
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}