Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φωταγωγικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φώρη
φωρή
φώρης
φωριαμός
φωριάω
φωρίδιος
φώριον
φώριος
φῶρος
φωρότατος
φώρτατος
Φώρων λιμήν
φώς
φῶς
φῴς
φώσκω
φώσσω
φώσσων
φωσσώνιον
φωστήρ
φωσφόρεια
φωσφορέω
φωσφορία
φωσφόρια
φωσφόριον
φωσφόρος
φώσων
φωσώνιον
φωταγωγέω
φωταγωγία
φωταγωγικός
φωταγωγός
φωταύγεια
φωταυγής
φώταυγος
φωταυγός
φωταψία
φωτεινοειδής
φωτεινός
φωτεμβολέω
φωτίγγιον
φωτιγγιστής
φῶτιγξ
φωτίζω
φώτιον
Φώτιος
φώτισις
φώτισμα
φωτισμός
φωτιστήριον
φωτιστικός
φωτοβίαιος
φωτοβίας
φωτοβολέω
φωτοβόλημα
φωτοβολία
φωτοβόλος
φωτογονία
φωτοδοσία
φωτοδότης
φωτοδότις
…
φωταγωγικός
Save
Pape
φωταγωγικός
, ή, όν,
zum Vorleuchten od. Erleuchten gehörig
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}