φύρκος
φύρκος, τό, Dor. φοῦρκος,
- = τεῖχος, Hsch., who also has φύρκορ· ὀχύρωμα, and φυρκηλῖται (-είτοι cod.)· τειχήρεις.
φύρκος, ὁ, dor. φοῦρκος, = τεῖχος, Hesych., scheint mit πύργος verwandt zu sein.