About Report a problem

Menu

φυρτήτης

φυρτήτης, mixed, kneaded up

φυρτήτης (leg. -ίτης) · οἶνος, Hsch. φυρτίζεσθαι· τὸ παίζειν συνεστραμμένοις φυροῖς τοῖς ἱματίοις, Id. φυρτός, ή, όν,
  • mixed, kneaded up, Id.

Saved

Recent