χάσμησις Save LSJ Pape χάσμ-ησις, εως, ἡ, = χάσμη, Hsch. s.v. ἀλυχήν, EM 495.47, Gloss. II = χασμωδία, Eust. 12.4. χάσμησις, ή, = χάσμη, Eust.