χαλκεμβολάς
χαλκ-εμβολάς, άδος,
- poet. fem. of sq., νᾶες E. IA 1319 (lyr.).
χαλκ·εμβολάς, άδος [ᾰδ] adj. f. c. le suiv. Eur. I.A. 1320.
χαλκεμβολάς, άδος, ἡ, bes. poet. fem. zu χαλκέμβολος, ναῦς Eur. I.A. 1320.