χαλκώδης
χαλκώδης, like bronze
χαλκ-ώδης, ες,
- like bronze, χρῶμα Thphr. Sign. 51; ὄττιες Aret. SD 2.13.
χαλκώδης, ης, ες, c. χαλκοειδής, Th. Sign. 4, 2 ; Arét. Caus. m. diut. 2, 13.
Étym. χαλκός, -ωδης.
χαλκώδης, ες, zsgzn statt χαλκοειδής.