About
Menu

χαλκοχίτων

χαλκοχίτων, brass-clad

χαλκο-χίτων [ῐ], ωνος, ὁ, ἡ,
  • bronze-clad, Ἀχαιοί Il. 1.371, 2.47, etc.; Τρῶες 5.180, al.; Βοιωτοί 15.330; Κρῆτες 13.255; Δαναοὶ πύκα χ. Epigr. ap. Aeschin. 3.185.

Saved

Recent