χαλυβδικός Save Bailly 2024 Pape χαλυβδικός, ή, όν [ᾰ] d’acier, Lyc. 1109 ; subst. ὁ χαλυβδικός (s. e. σίδηρος) Eur. Her. 162, l’acier. Étym. χάλυψ. χαλυβδικός, = χαλυβικός ; Eur. Heracl. 162 ; Lycophr. 1109.