χαλκοτύπιον Save LSJ Bailly 2024 Pape χαλκοτῠπ-ιον, τό, f.l. for χαλκοτυπεῖον. χαλκοτύπιον, var. de χαλκοτυπεῖον. χαλκοτύπιον, τό, = χαλκοτυπεῖον, Sp.