χαλκώνητος
χαλκώνητος, bought with money
χαλκ-ώνητος, ον,
- bought with money, Hsch., cf. ἀργυρώνητος.
χαλκώνητος, für Erz od. Geld gekauft, Hesych.
χαλκώνητος, bought with money