χαροποιός
χαροποιός, gladdening
χᾰροποι-ός, όν,
- gladdening, Procl. Par.Ptol. 16, Hsch. s.v. εὐρίζων ἀγαλλιάματι, f.l. for χαροποί in LXX Ge. 49.12.
χαρο·ποιός, ός, όν [ᾰ] qui réjouit, agréable, Eur. Hec. 917 dout. ; Spt. Gen. 4, 12.
Étym. χαρά, ποιέω.
χαροποιός, Freude machend, erfreuend, θυσίαι Eur. Hec. 917 u. Χάριτες Phoen. 800 f.l. statt χοροποιός, nach Porson.