χείλωμα
χείλωμα, lip, rim
χείλωμα, ατος, τό,
- lip, rim, Aq. Ex. 37(38).2.
χείλωμα, ατος (τὸ) c. χεῖλος, Spt. Ex. 37, 2.
Étym. χειλόω.
χείλωμα, τό, = χεῖλος, zw.
χείλωμα, lip, rim