χείμαρρος
χείμα·ρρος, ος, ον, c. le préc. Il. 4, 452 ; 5, 88 ; subst. ὁ χ. Plut. C. Gracch. 7, c. le préc.
χείμαρρος, poet. statt χειμάρροος ; ποταμός Il. 4.452, 5.88 ; Pind. frg. 90 ; Lobeck Phryn. 234, 669.
χείμαρρος
=χειμάρροος. Il. 4.452, Il. 5.88.
Strong 5493
winter-flowing; as subst., ὁ χ. (sc. ποταμός), a torrent: Jo 18:1.†