χειμαρρώδης
χειμαρρώδης, like a torrent
χειμαρρώδης, ες,
- like a torrent, Str. 9.1.24, 13.1.70.
χειμαρρώδης, ης, ες, semblable à un torrent, Str. 400, 616.
Étym. χείμαρρος, -ωδης.
χειμαρρώδης, ες, wie ein Gießbach od. Waldstrom, Strab. XIII.
χειμαρρώδης
χειμαρ-ρώδης, ες
εἶδος
- like a torrent, Strab.