Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χειρικός
χειρικός, manual
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χείρακρα
χειραλγία
χειραλγός
χειραλειπτέω
χειραλειπτητός
χειράλυσις
χειράμαξα
χειραμάξιον
χειραμός
χειραπάζω
χειραπτάζω
χειραπτέω
χειράς
χειραφεσία
χειράφετος
χειραψία
χειράω
Χειρέδιος
χειρεκμαγεῖον
χειρεπιθεσία
χειρεργάτης
χείρεργον
χείρεσι
χειρητής
χειριάω
χειρίδιον
χειριδόομαι
χειριδόω
χειριδωτός
χειρίζω
χειρικός
χείριξις
χείριος
χειριπέδα
χειρίς
χείρισις
χείρισμα
χειρισμογράφος
χειρισμός
χειρίσοφος
Χειρίσοφος
χειριστέον
χειριστέος
χειριστεύω
χειριστής
χειριστικόν
χείριστος
χειριστότερος
χειρο
χειροάλυσις
χειροάναξ
χειροβαλίστρα
χειροβαλλίστρα
χειροβάλλιστρα
χειροβάναυσος
χειροβαρής
Χειροβίη
χειρόβιος
χειροβίωτος
χειρόβλημα
χειροβλημάομαι
…
χειρικός
Save
χειρικός, manual
LSJ
χειρ-ικός, ή, όν,
manual,
ἔργα
POxy.
1692.5 (ii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}