χειράλυσις
χειράλυσις, manacle, handcuff
χειρ-άλῠσις [ᾰ], εως, ἡ,
- manacle, handcuff, Sm. Je. 40(47).1:—hence Dim. χειρ-ᾰλῠσίδιον, τό, Gloss.
χειράλυσις, manacle, handcuff