χειραλγία Save Bailly 2024 Pape χειρ·αλγία, ας (ἡ) goutte (litt. douleur) aux mains, Chrys. t. 2, p. 644, 41. Étym. χ. ἄλγος. χειραλγία, ἡ, Händeschmerz, wie χειράγρα, Io. Chrys.