χειρεργάτης
χειρεργάτης, one who works by hand
χειρ-εργάτης [ᾰ], ου, ὁ,
- one who works by hand, Tz. H. 10.779.
χειρεργάτης, Handarbeiter, VLL.
χειρεργάτης, one who works by hand