Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χειροδετέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χειροάναξ
χειροβαλίστρα
χειροβαλλίστρα
χειροβάλλιστρα
χειροβάναυσος
χειροβαρής
Χειροβίη
χειρόβιος
χειροβίωτος
χειρόβλημα
χειροβλημάομαι
χειρόβλητον
χειροβλιμάομαι
χειροβολέω
χειροβολιά
χειροβολιάζω
χειρόβολον
χειροβοσκός
χειροβρώς
χειρογάστωρ
Χειρογονία
χειρογραφέω
χειρογράφημα
χειρογραφία
χειρόγραφον
χειρόγραφος
χειροδάϊκτος
χειροδεικτέω
χειρόδεικτος
χειρόδεσμος
χειροδετέω
χειρόδετος
χειροδίκαιος
χειροδίκης
χειρόδικος
χειροδόσιον
χειροδοτέω
χειρόδοτος
χειροδράκων
χειροδρόπος
χειροέρκτης
χειροήθεια
χειροήθης
χειροηθῶς
χειροθεσία
χειροθετέω
χειροκμητέω
χειρόκμητος
χειροκνημίς
χειρόκνημις
χειροκοπέω
χειροκόπος
χειροκρασία
χειροκρατέω
χειροκρατησία
χειροκρατία
χειροκρατικός
χειροκρίτης
χειρόκτυπος
χειροκτύπος
χειρολάβη
…
χειροδετέω
Save
Pape
χειροδετέω
,
die Arme binden, fesseln
, Conj. für χειροδοτέω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}