χειροκρατικός
χειροκρατικός, using the right of might
χειρο-κρᾰτικός, ή, όν,
- using the right of might, ὁ θηριώδης [τρόπος τῆς πολιτείας] καὶ χ. Plb. 6.10.4.
χειροκρατικός, ή, όν [ᾰ] qui s’exerce par la force, tyrannique, violent, Pol. 6, 10, 4.
Étym. χειροκρατία.
χειροκρατικός, ή, όν, das Faustrecht übend, gewaltsam verfahrend, τρόπος τῆς πολιτείας Pol. 6.10.4, wo das Recht des Stärkern gilt.