χειρόδεικτος
χειρόδεικτος, manifest
χειρό-δεικτος, ον,
- manifest, S. OT 901 (lyr.).
χειρό·δεικτος, ος, ον, qu’on montre de la main, visible, Soph. O.R. 901.
Étym. χ. δείκνυμι.
χειρόδεικτος, mit der Hand gezeigt, Soph. O.R. 901.
χειρόδεικτος
χειρό-δεικτος, ον,
δείκνυμι
- Lat. digito monstratus, manifest, Soph.