χειροκόπος
χειροκόπος, cutting off the hands
χειρο-κόπος, ον,
- cutting off the hands, Macr. Exc. p.601 K.
χειρο·κόπος, ος, ον, qui coupe les mains, Macr. Verb. 2.
Étym. χ. κόπτω.
χειροκόπος, cutting off the hands