χειροδάϊκτος
χειροδάϊκτος, slain by hand
χειρο-δάϊκτος [ᾰ], ον,
- slain by hand, σφάγια S. Aj. 219 (anap.).
χειρο·δάϊκτος, ος, ον, déchiré avec la main, égorgé, Soph. Aj. 219.
Étym. χ. δαΐζω.
χειροδάϊκτος, mit der Hand gespalten, getötet, σφάγια Soph. Aj. 218.
χειροδάϊκτος
χειρο-δάϊκτος, ον,
δαΐζω
- slain by hand, Soph.