χελύνειον Save LSJ Bailly 2024 Pape χελύνειον [ῡ], τό, (leg. χελύνιον) Dim. of sq. 2, Hp. Ep. 23 codd. χελύνειον, ου (τὸ) [ῡ] dim. du suiv. Hpc. Epist. 1289. χελύνειον, τό, dim. von χελύνη, Hippocr.