χελιδονίς
χελῑδ-ονίς, ίδος, ἡ, poet. for χελιδών, AP 6.160 (Antip.Sid.): metaph. of a poetess, IG 14.1892 (Rome).
χελιδονίς, ίδος (ἡ) [ῑδ] c. χελιδών, Anth. 6, 160, etc.
χελιδονίς, [λῑ], ίδος, ἡ, poet. = χελιδών, s. Jacobs AP 266.
χελιδονίς
χελῑδονίς, ίδος, ἡ,
poetic for χελιδών, Anth.