χεροπληθής Save LSJ Bailly 2024 Pape χερο-πληθής, ές, poet. for χειροπληθής, Nic. Th. 94. χερο·πληθής, ής, ές, c. χειροπληθής, Nic. Th. 94. χεροπληθής, ές, poet. statt χειροπληθής, Nic. Ther. 94.