χερνάς Save Bailly 2024 Pape χερνάς, ᾶτος (ὁ) v. χερνής. χερνάς, ᾶτος, ὁ, dor. = χερνής, Alex.Aet. 3 (VII.709), Meineke κέρνας od. κερνᾶς, s. Lobeck Aglaoph. p. 27.