χερνήτωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape χερν-ήτωρ, ορος, ὁ, poet. for χερνήτης, Man. 4.114. χερνήτωρ, ορος (ὁ) c. χερνήτης, Man. 4, 114. χερνήτωρ, ορος, ὁ, poet. statt χερνήτης, Maneth. 4.114.