χλαμυδουργός
χλαμυδουργός, a maker of χλαμύδες
χλᾰμῠδουργ-ός, ὁ,
- maker of χλαμύδες, Poll. 7.159.
χλαμυδουργός, wie χλαμυδοποιός, Reitermäntel verfertigend.
χλαμυδουργός
χλᾰμῠδουργός, οῦ, ὁ,
ἔργω
- a maker of χλαμύδες.